περικολούω

περικολούω
περι-κολούω, rings herum stutzen, beschneiden; auch übertr., γυναῖκας, demütigen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • περικολούω — Α 1. κλαδεύω κάτι γύρω γύρω, από όλες τις πλευρές 2. μτφ. ταπεινώνω κάποιον με κάθε τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + κολούω «αποκόπτω, περικόπτω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”